Εκείνο το βράδυ εγώ δεν είχα ύπνο.
Στεκόμουνα μπροστά στο παράθυρο
και σκεφτόμουνα...
Άραγε τι δώρο μου είχαν πάρει;
Και ξαφνικά βλέπω να προσγειώνεται στην αυλή μας
μια χήνα που φορούσε ένα κολιέ από ρουμπίνια.
«Α!», της είπα, «τι όμορφη που είσαι! - έλα μέσα.»
Αυτή μου απάντησε: «Όχι, έλα εσύ έξω!»
και μου έγνεψε να ανέβω στη πλάτη της.
Ανέβηκα, άνοιξε τα φτερά της και πετάξαμε ψηλά,
πάνω απ' την πόλη... Αχ! Τι όμορφα που ήταν...
Εκεί ψηλά κι άλλες χήνες με τους φίλους μου
στις πλάτες τους.
Κάνανε κύκλους πάνω από την πολιτεία